Εορτασμός επετείου της μάχης της Αράχωβας

IMG_0005_small IMG_0026_small

Την Κυριακή 29 Νοεμβρίου τ.ε. γιορτάστηκε πανηγυρικά στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου η επέτειος της μάχης της Αράχωβας. Στην εκκλησιαστική τελετή προεξήρχε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης και Ποιμενάρχης μας κ. Γεώργιος, ενώ τον πανηγυρικό εξεφώνησε ο διακεκριμένος ιστορικός και συγγραφέας κ. Σαράντος Καργάκος.

Ο Σαράντος Καργάκος επί σειρά ετών υπηρετεί με συνέπεια την ιστοριογραφία και ανθίσταται στην τάση της λεγόμενης αναθεώρησης της ιστορίας που οδηγεί στον εθνομηδενισμό.

Στη συνέχεια παραθέτουμε την εμπνευσμένη ομιλία του ιστορικού.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και η μάχη της Αράχωβας

           «Το μεγαλείο ενός ανθρώπου δείχνεται τη στιγμή που ενώ όλα πέφτουν αυτός τόλμα και μπορεί να τα υψώσει. Τέτοιος ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης. Συνήθως από έναν εμφύλιο πόλεμο οι άνθρωποι βγαίνουν αγριότεροι και αχρειότεροι. Ο Καραϊσκάκης μετείχε στον εμφύλιο πόλεμο του Μοριά αλλά ο άθλιος αυτός πόλεμος, αντί να τον κάνει αθλιέστερο, τον έντυσε με έναν μανδύα αγνότητας και αγιότητας. Τον αναβάπτισε ηθικά. Κανείς μετά τον εμφύλιο πόλεμο πολιτικός ή στρατιωτικός δεν υπήρξε τόσο ακέραια ηθικός αλλά συνάμα τόσο στρατιωτικά αποτελεσματικός όσο ο «Γιός της Καλόγριας», όπως τον έλεγαν στην αρχή του βίου του χλευαστικά και που με τον χρόνο έγινε τίτλος τιμής.

             Δεν πιστεύω ότι ο Καραϊσκάκης είπε παίρνοντας το δίπλωμα της αρχιστρατηγίας από τον μέχρι πρότινος εχθρό του Ανδρέα Ζαΐμη, σε σχετική παρατήρηση του Βασιλείου Μπουντούρη , τη φράση: « Όταν θέλω γίνομαι άγγελος κι όταν θέλω γίνομαι διάβολος. Από εδώ και πέρα έχω σκοπό να γίνω άγγελος…».  

            Εκείνο που πιστεύω και αυτό πρεσβεύω είναι ότι στο λοιπό μικρό διάστημα του βίου του ο Καραϊσκάκης συμπεριφέρθηκε, όπως λέγετε ότι είπε. Υπήρξε ο άγγελος ανυψωτής, ανορθωτής και παραστάτης της Επαναστάσεως που μετά την πτώση  του Μεσολογγίου έπνεε τα λοίσθια. Αυτός τους έδωσε πνοή ζωής, όταν πήρε το δίπλωμα της αρχιστρατηγίας που δεν τόλμησε να το ζητήσει κανείς.

           Ο βιογράφος του Δημ. Φωτιάδης στο βιβλίο του γράφει: « Το θαυμαστό στον ήρωα μας  δεν είναι πως γεννήθηκε άγγελος, μα που όσο ανέβαινε, τόσο γινόταν καλύτερος. Ως εκείνη τη στιγμή ήταν ένα παλληκάρι, που τον θαύμαζε για τη λεβεντιά και την αξιοσύνη του ο λαός. Τώρα γίνηκε ηγέτης. Οι μικροί άνθρωποι όταν πάρουν εξουσία στα χέρια τους, χαλάνε και γίνονται χειρότεροι. Οι ηγέτες θυσιάζονται για το σύνολο. Από αυτούς ήταν ο Καραϊσκάκης » (Δημ. Φωτιάδης: «Καραϊσκάκης», 1956, σελ. 278).

            Και το σημαντικό είναι πως ο καταπτοημένος και πολυτσακισμένος λαός που είχε προσκυνήσει ή ήταν έτοιμος να προσκυνήσει πήρε πνοή από την πνοή του, πήρε φτερά από τα φτερά του αετού της Ρούμελης και πέταξε πάλι ψηλά στον ουρανό της δόξας.

             Στο μνημειώδες έργο του Γεωργίου Θ. Χαρίτου που εξέδωσε ο Δήμος Αραχώβης το 2009 διαβάζουμε τα ακόλουθα:

           «Ο λαός που έσερνε μαζί του, γιατί πράγματι ένας ολόκληρος λαός τον ακολούθησε, τον υπεραγαπούσε, τον λάτρευε σαν σωτήρα του και του παραστεκόταν τόσο στα εύκολα όσο και στα δύσκολα που εκτελούσε, υπακούοντας πάντοτε στις διαταγές του, όσο δύσκολες και αν φαινόντουσαν, χωρίς ποτέ να υπολογίσει αν θα έχει απολαβές και τιμές από τα χέρια του, αφού ο ίδιος ήσαν φτωχός, γιατί είχε καταθέσει  για τις ανάγκες του αγώνα όλη την περιουσία και τελευταία αυτό το λίγο αίμα που του απέμενε » ( σελ. 15 ).

             Στέκω ιδιαίτερα στην τελευταία φράση: «το λίγο αίμα που του απέμενε». Πολλοί νεόκοποι ιστορικοί αγνοούν ότι ο Καραϊσκάκης έβγαλε τον αγώνα βαρύτατα ασθενής, ότι είχε προσβληθεί από φυματίωση και πιθανών στην τελευταία φάση από καρκίνο των πνευμόνων. Τα τρόπαια που έστησε, με κορυφαία περίπτωση τη μάχη της Αράχωβας, ήταν κατορθώματα ενός ανθρώπου που βρισκόταν με το ένα πόδι στον τάφο. Κι αν δεν τον έβρισκε το μυστηριώδες βόλι την προτεραία της μάχης του Φαλήρου, θα τον έβρισκε σε λίγους μήνες το βόλι του χάρου. Αλλά τότε τα πράγματα θα ήσαν πολύ διαφορετικά. Δεν θα παθαίναμε τη συμφορά στη μάχη του Αναλάτου/ Φαλήρου κι ο Κιουταχής θα είχε αποσυρθεί από την Ρούμελη.

           Ο Καραϊσκάκης δεν θα έχανε την μάχη στο Φάληρο, διότι ήταν μεγάλος στρατηγικός νους. Χωρίς να έχει διαβάσει Κλαούζοβιτς ήξερε να χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά την τακτική της εμμέσου επελάσεως  και απέφευγε την ναπολεόντεια τακτική της αμέσου προσπελάσεως, δηλαδή της κατά μέτωπον επιθέσεως. Αυτό εφάρμοζε στην Αττική, όταν πολεμούσε το μεγάλο Τούρκο πολέμαρχο, τον Κιουταχή. Αυτό το σύστημα είχε εφαρμόσει με απόλυτη επιτυχία εδώ στην Αράχωβα στα τέλη Νοεμβρίου του 1826. Το να σας εξιστορήσω το πώς έγινε η μάχη αυτή σε σας που κάθε χρόνο τα ακούτε εδώ από έγκριτους ομιλητές και που τα έχετε ακούσει από τους παππούδες σας θα ήταν σαν να εκόμιζα γλαῦκα εἰς Ἀθήνας. Εκείνο, όμως, που πρέπει να πω είναι ότι η μάχη αυτή ήταν ένα αριστούργημα στρατιωτικής τακτικής που διδασκόταν ως κυκλωτική τακτική κάποτε στις στρατιωτικές μας σχολές.

            Το δεύτερο που θέλω να τονίσω είναι πως η μάχη έγινε εναντίον Αλβανών, που θα αποτελούσαν τον κύριο κορμό του στρατεύματος του Κιουταχή. Λίγοι ιστορικοί έχουν συνειδητοποιήσει ότι μετά την καταστροφή του Δράμαλη, ο σουλτάνος χρησιμοποιούσε εναντίον των Ελλήνων τους πλέον εμπειροπόλεμους πολεμιστές της αυτοκρατορίας του, που ήσαν οι Αλβανοί και οι οποίοι είχαν στρατιωτικά τακτοποιηθεί πολεμώντας άλλοι υπέρ και άλλοι κατά του Αλή Πασά. Και ακόμη αρχηγοί των 2.500 Αλβανών ήταν ο Μουσταφάμπεης και ο Κεχαγιάμπεης  και ο αδελφός του Μουσταφάμπεη  ο Καραφίλμπεης, άνδρες περί τα πολεμικά εμπειρότατοι και ως πολεμιστές γενναιότατοι. Η ήττα και ο θάνατος των δυο πρώτων μούδιασε την προθυμία των Αλβανών, οπλαρχηγών και πολεμιστών, στο να τροφοδοτούν με έμψυχο δυναμικό το στρατό του Κιουταχή. Το κυριώτερο, όμως, που πρέπει πάντα να εξαίρεται είναι ο τρόπος που ο Καραϊσκάκης χωρίς στρατιωτικό χάρτη και χωρίς κανένα προσχεδιασμό συνέλαβε το σχέδιο της μάχης, ένα σχέδιο σύνθετο που η επιτυχία του απαιτούσε απόλυτη ακρίβεια και συντονισμό. Άμυνα, μη προσδοκώμενη από τον εχθρό μέσα στο χωριό, αποκλεισμό από δεξιά και αριστερά και, εφόσον θα είχε σφίξει ο κλοιός, ο Καραϊσκάκης με το δικό του σώμα θα προχωρούσε κατά μέτωπον, προς τα εμπρός, αφήνοντας στους Αλβανούς ανοιχτό μόνο το δρόμο προς τον Παρνασσό, όπου εκεί τους καρτερούσε ο θάνατος με τη μορφή του χιονιά. Το βουνό γέμισε από νεκρούς που έμοιαζαν με αγάλματα φτιαγμένα από πάγο.

            Επειδή, όμως, από κάποιους ιστορικούς αμφισβητείται η συμβολή του κλήρου στον Αγώνα, οφείλω να τονίσω πως η νίκη στην Αράχωβα δεν θα είχε συντελεσθεί, αν ο Καραϊσκάκης, που μόλις είχε φθάσει στο μαρτυρικό Δίστομο, δεν είχε ενημερωθεί για την πορεία των Αλβανών από τους μοναχούς της ιστορικής μονής της Ιερουσαλήμ.

           Ότι δηλαδή οι δύο Αλβανοί αρχηγοί είχαν σκοπό να πορευθούν προς τα Σάλωνα, που βρίσκονταν υπό ελληνική πολιορκία και πως, πριν φθάσουν εκεί, θα στρατωνίζονταν στην, όπως νόμιζαν, αφύλακτη Αράχωβα. Τότε έλαμψε το στρατιωτικό δαιμόνιο του γιου της Καλογριάς. Έστειλε πάραυτα τον οπλαρχηγό του Γαρδικιώτη Γρίβα και τον Γιώργο Βάιο με 500 παλικάρια να καταλάβουν  το χωριό, να οχυρωθούν στα πιο ψηλά σπίτια και να μην επιτρέψουν τη διάβαση των Αλβανών. Και ολόγυρα έστησε καραούλια για να παρακολουθούν το «πότε καί πόθεν ἔμελλον νά διαβιῶσιν οἱ ἐχθροί», όπως γράφει ο γραμματικός του ο Αινιάν. Παράλληλα, έστειλε ταχυδρόμους στους πολιορκητές των Σαλώνων, να αφήσουν την εκεί  πολιορκία, να σπεύσουν προς την Αράχωβα και να κόψουν το δρόμο από τα δυτικά. Όταν οι Αλβανοί ανύποπτοι, μπήκαν στην Αράχωβα και δέχτηκαν τα πρώτα πυρά, κλείστηκαν μέσα σ’ αυτή και πέριξ αυτών. Και τότε ο Καραϊσκάκης, ειδοποιημένος από τα καραούλια, έστειλε πίσω τους τον Χριστόδουλο Χατζηπέτρο που έκλεισε από τα ανατολικά τη διάβαση του Ζεμενού. Και ακολουθούσε ο Καραϊσκάκης που έκλεισε τα περάσματα διαφυγής από παντού.

           Βρισκόμαστε στις 19 Νοεμβρίου. Οι Αλβανοί βάλλονταν από κάθε πλευρά, βάλλονταν και από το ψύχος που εκείνη τη χρονιά είχε έλθει πολύ ενωρίς.  Στο μεταξύ είχε φθάσει και ο Δημήτριος Μακρής που έπιασε το δρόμο που οδηγεί στη Μονή Ιερουσαλήμ. «Το σχέδιο του Καραϊσκάκη ήταν ιδιοφυώς απλό: μία επίθεση τριών αιχμών• δύο από τα οχυρά και μια μετωπική»(Σ. Ι. Καργάκος: «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821», εκδ. Real News, τ. Δ΄, σ. 264).

           Γι΄ αυτό και είχε απόλυτη επιτυχία. Όσοι έσπευσαν προς ενίσχυση των αποκλεισμένων, όπως ο Αλβανός Αμπτουλά, που μνημονεύει ο Αινιάν, απέτυχαν να σπάσουν τον κλοιό χάρη στην αυτοπρόσωπη παρουσία του Καραϊσκάκη στη διεξαγωγή της μάχης. Οι αποκλεισμένοι Αλβανοί μετά από δύο ημέρες, λόγω ελλείψεως τροφίμων ζήτησαν διαπραγματεύσεις αλλά οι όροι που έθεσαν απορρίφθηκαν. Επί τρείς ημέρες, 22 έως 24 Νοεμβρίου, η ακατάπαυτη βροχή έκανε τη ζωή τους μαρτυρική. Ο γενναίος Μουσταφάμπεης, για να τονώσει το ηθικό των μαχητών του, βρισκόταν αφύλακτος παντού αλλ’ ένα βόλι ελληνικό τον λάβωσε στο κεφάλι. Λόγω ελλείψεως ιατρικής φροντίδας το τραύμα κακοφόρμισε. Ο αρχηγός αχρηστεύτηκε και το ηθικό των Αλβανών έπεσε χαμηλά από τη θερμοκρασία. Ζήτησαν νέες διαπραγματεύσεις. Συμφώνησαν να παραδώσουν τα πάντα εκτός από τα χρήματα, που, όπως λέει ο Περραιβός είχαν στο «κεμέρι» τους και τα οποία λόγω λεηλασιών ήσαν πολλά. Ο όρος απορρίφθηκε γιατί ο Καραϊσκάκης είχε επιτακτική ανάγκη χρημάτων για τη συντήρηση του στρατεύματός του.

           Οι Αλβανοί «Τουρκομακεδόνες» τους λέγει ο Περραιβός, προτίμησαν να σώσουν τα χρήματα του, αντί να τα δώσουν και να σώσουν τη ζωή τους. Έτσι αποφάσισαν να κάνουν έξοδο. Η κακοκαιρία τους προσέφερε μοναδική ευκαιρία. Οι περισσότεροι Έλληνες βρίσκονταν στα σπίτια του χωριού για να θερμανθούν, όταν άρχισε η εξόρμηση. Αλλά ο θόρυβος της φυγής τους έθεσε επί ποδός και όρμησαν με τα σπαθιά. Τα πυροβόλα λόγω του ψύχους ήσαν άχρηστα. Η μάχη έλαβε μορφή άγριας σφαγής. Το χιόνι βάφτηκε κόκκινο. Στάθηκε αδύνατο, λόγω χιονιού, να περάσουν το βουνό. Μόνο 200 έφθασαν στη Μονή της
Ιερουσαλήμ. Οι λοιποί, είτε έπεσαν από ελληνικό σπαθί, είτε πλακώθηκαν από το χιόνι. Την επόμενη άνοιξη οι τσοπάνηδες του Παρνασσού τους έβρισκαν κουβαριασμένους, αγκαλιασμένους σε μια προσπάθεια να θερμανθούν.

    (…) Ο Κεχαγιάμπεης σκοτώθηκε στο οχύρωμά του. Ο Μουσταφάμπεης, που είχε σκοτώσει πολλούς «Εξοδίτες» του Μεσολογγίου, ζήτησε από τον αδελφό του Καραφίλμπεη να του πάρει το κεφάλι, για να μην πέσει στα χέρια του Καραϊσκάκη. Αλλ’ έπεσε.  Ο Καραφίλμπεης το έβαλε σε σάκο και το παρέδωσε σε κάποιους που κατά την απεγνωσμένη προσπάθεια διαφυγής, το εγκατέλειψαν. Το βρήκαν τα παλληκάρια  του Καραϊσκάκη και το πήγαν «πεσκέσι» στον Αρχηγό.

           Η σημασία της νίκης είναι κολοσσιαία. Έδωσε νέα πνοή στον επαναστατικό αγώνα της Ρούμελης που κινδύνευε να σβήσει. Ο Παπαρρηγόπουλος την ονομάζει «ἡμέραν ἀναστάσεως τῆς πρό μικροῦ πεσούσης Στερεᾶς Ἑλλάδος» (Καραϊσκάκης, σ.101). Τα προσκυνημένα χωριά ξαναγύρισαν στον Αγώνα. Και καπεταναίοι, που είχαν προσκυνήσει, έσχισαν τα προσκυνοχάρτια και συμπαρατάχθηκαν με τον Καραϊσκάκη.

           Ο Φωτάκος, γραμματικός του Κολοκοτρώνη, μας δίνει έξοχα τη σημασία της μάχης:  «Ἐκτός τῶν ἄλλων ἀπεστόμωσε καί τούς ἐξωτερικούς ἐχθρούς τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποίοι ἔλεγαν εἰς τόν Σουλτάνον ὅτι ὅλη ἡ Ρούμελη ὑπετάχθη εἰς τόν Κιουταχῆν, καί ὅτι οἱ Ἕλληνες πλέον δέν ὑπάρχουσι, εἰμή μόνον ραγιάδες»                                       («Ἀπομνημονεύματα»τ. Β΄, σ. 302).

            Θα κλείσω με κάτι που δεν έχει προσεχθεί και από πολλούς έγκριτους ιστορικούς, για να μην πω όλους: Η μάχη της Αράχωβας δεν έσωσε την Επανάσταση στη Στερεά κατά τους κρίσιμους μήνες του 1826-1827. Έσωσε την Επανάσταση και στην Πελοπόννησο και στα νησιά. Αν έχανε τη μάχη ο Καραϊσκάκης, θα έπαιρνε ο Κιουταχής και την Ακρόπολη αμαχητί, οπότε με όλο το στρατό του θα κατέβαινε στην Πελοπόννησο και μαζί με τον Ιμπραήμ θα συνέτριβαν τις ασθενείς δυνάμεις του Κολοκοτρώνη. Και τότε τί θα μπορούσαν να κάνουν τα δύο ναυτικά μας νησιά, η Ύδρα και οι Σπέτσες και η αδούλωτη ως εκείνη τη στιγμή πετρόφυτη Μάνη; Μοιραία ο ελληνικός κόσμος που είχε εγερθεί και επί μια επταετία έχυνε κρουνηδόν το αίμα θα είχε γονατίσει. Και τούτη τη φορά το γονάτισμα θα έκανε ακόμη πιο οδυνηρή τη σκλαβιά. Αλλ’ ευτυχώς που κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή αναφάνηκε ο «Αχιλλέας της Ρωμιοσύνης», όπως ονόμασε τον Καραϊσκάκη ο Κωστής Παλαμάς, που έκλεισε την άβυσσο η οποία απειλούσε να καταπιεί την Επανάσταση.

 

      Είθε και στον δύσκολο σημερινό καιρό να φανούν άνθρωποι με Καραϊσκάκεια ψυχή και να δώσουν ψυχή στον απογοητευμένο και μαραμένο από την απόγνωση ελληνικό κόσμο. Η Αράχωβα πρέπει να γίνει σύμβολο μιάς νέας εκστρατείας για την ανάκτηση της εθνικής μας αξιοπρέπειας. Να ξαναφέρουμε στον τόπο μας την προκοπή, ώστε να μη μας δέρνει η ντροπή.

     Αράχωβα σημαίνει τόπος με καρυδιές. Για μένα ήταν και είναι τόπος με καλές καρδιές. Εύχομαι, λοιπόν, σε όλους καλή καρδιά. Και του χρόνου αδελφωμένοι ελληνικά.

www. sarantosKargakos.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://www.imtl.gr/?p=17186