Ιερατική Σύναξη

Πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 14 και την Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012 Ιερατική σύναξη στην Θήβα και στην Λιβαδειά αντίστοιχα για τον μήνα Φεβρουάριο για τις επαρχίες Θηβών, Αυλίδος και Λεβαδείας.

Κατά τη διάρκεια της Ιερατικής συνάξεως πραγματοποιήθηκε ομιλία από τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Σιλουανό Πεπονάκη Ιεροκήρυκα της Μητροπόλεώς μας και Ηγούμενο της Ιεράς Μονής  Αγίου Γεωργίου Μαυροματίου.

Μετά από την ενδιαφέρουσα εισήγηση του Ιεροκήρυκα, ακολούθησε ενημέρωση του Σεβασμιωτάτου και των συνεργατών του για τρέχοντα υπηρεσιακά και διοικητικά θέματα.

Ακολουθεί η ομιλία του π. Σιλουανού Πεπονάκη 

Η προσευχή ως αποκάλυψη

            Ευχαριστώ Σεβασμιώτατε, που μου δίνετε για άλλη μια φορά την δυνατότητα, να μεταφέρω σε όλους μας κάποια μικρά δείγματα από την σοφία, που απορρέει από το βίωμα των αγίων για την προσευχή, εν’ όψει μάλιστα και της ευλογημένης περιόδου που διανύουμε, αυτής του Τριωδίου.

          Δεν επιχειρώ καμία ανάλυση φιλολογικού χαρακτήρα, θέλω απλά να υπομνήσω σε όλους μας λόγους, που θα μας εμπνεύσουν σε προσευχή ώστε να γίνει αυτό εμπειρία και στην δική μας ζωή, ακόμη μεγαλύτερη από ότι ήδη υπάρχει. Άλλωστε καταλαβαίνουμε όλοι έστω και διανοητικά την ανάγκη για προσευχή. Η αποκάλυψη, για την οποία γίνεται λόγος στο θέμα μας, αφορά, κυρίως στο πνευματικό βάθος της καρδιάς του κάθε πιστού και στο τι κρύβεται εκεί. Πώς, η προσευχή βοηθά το άνθρωπο να ανασύρη από το εσωτερικό του, κάθε σκιά που στέκει εμπόδιο στη σχέση μας με το Θεό και τον Πλησίον και να την αποκαταστήση. Αυτό λέγεται, διότι η γνώμη που επικρατεί στους  περισσότερους από ‘μας για τον ίδιο μας τον εαυτό, είναι ότι είμαστε καλοί άνθρωποι και καλοί χριστιανοί και στην περίπτωσή μας καλοί κληρικοί, βλέποντας πάντα, αυτό που μας προτείνουν ο εγωισμός και η φιλαυτία μας. Όταν όμως αρχίζει και δρα η ενέργεια της ειλικρινούς προσευχής, της προσευχής μετά συντετρημένης καρδίας, από την επίγνωση των παθών, τότε αποκαλύπτονται στον άνθρωπο οι πραγματικές διαστάσεις του είναι του, και προχωράει μπροστά πνευματικά.

          Θα προσπαθήσω να αναφερθώ, στην αξία και τα οφέλη της προσευχητικής διαδικασίας και όχι τόσο σε μεθόδους και τεχνικές. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε καρδιακά – υπαρξιακά πόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε από την προσευχή ως επικοινωνία με τον Θεό Πατέρα μας, πάρα ως διαδικασία ψυχολογικής κάλυψης ή τεχνικής διεργασίας. Όταν η προσευχή δεν ερμηνεύεται μέσα από αυτή την προοπτική τότε καταλαβαίνουμε γιατί παρατηρείται το φαινόμενο να θεωρείται αγγαρεία και να καταφεύγουμε σ’ αυτή μόνο σε περίπτωση ανάγκης ή και καθόλου.

          Πριν όμως μιλήσουμε για την προσευχή και πώς μέσω αυτής αποκαλύπτονται στον άνθρωπο τα κρύφια της καρδίας του φρονώ πως είναι απαραίτητο να δούμε τι αποτέλεσμα έχει η αποστασία μας από τον Θεό και τις εντολές του.

          Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει, πως όταν ο νους του ανθρώπου αποστατήσει από τον Θεό, γίνεται ή κτηνώδης ή δαιμονιώδης. Αυτό σημαίνει, ότι ο άνθρωπος όταν καταλαμβάνεται από το φρόνημα του κόσμου του αιώνος τούτου, που άρχοντας και κύριος είναι ο διάβολος, δεν είναι κύριος του εαυτού του αλλά καταλαμβάνεται ως συνεπάγεται από τον άρχοντα του σκότους δηλαδή τον διάβολο. Γι’ αυτό και ο λόγος του Χριστού “πατέρα σας έχετε τον διάβολο” είναι πολύ σκληρός αλλά τραγικά ρεαλιστικός. Τι χαρακτηρίζει την εποχή μας; Η επιθυμία της σαρκός γράφει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (Α’ Ιω. 2.16), και η αλαζονεία του βίου συμπληρώνει ο Απόστολος Παύλος (Β’ Τιμ. 3.2). Καλύπτει επίσης το πνεύμα του φόβου και της γενικής απόγνωσης. Στις συνθήκες του σύγχρονου κόσμου, θα πει ο γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ, η εμπειρία της κόλασης είναι πραγματική κατάσταση, κοινή σε πολλούς ανθρώπους, που έρχονται συχνά αντιμέτωποι με τα τυραννικά οικονομικά αδιέξοδα και την σύγχυση του νου. Ο νους του ανθρώπου αδυνατεί να σταθεί σ’ αυτό το φοβερό θέαμα. Συνέχεται από αυτήν την ζοφερή κατάσταση που τον περιβάλλει και εύκολα αποπηδά από αυτήν για να βρει αναψυχή σε υποκατάστατα που του προτείνουν τα πάθη, του αποξενωμένου από τον Θεό κόσμου. Αυτή η τάση που παρατηρείται στις μέρες μας οδηγεί σε ολοένα αυξανόμενη αλλοτρίωση και διάχυση.

          Αυτό λοιπόν, που απαιτείται ως αδήριτη ανάγκη για τον καθένα από μας είναι να αντιληφθούμε, αυτή την αλλοτρίωση και την διάχυση στις οποίες έχουμε υποπέσει και να θελήσουμε να βγάλουμε από πάνω μας το κάλυμμα της υποκρισίας και του καθωσπρεπισμού, του φαινομενικά καλού και πιστού χριστιανού και να δούμε τις πληγές που μας επέφερε η αποστασία μας. Αν αυτό είναι αναγκαίο για την ζωή ενός χριστιανού είναι αναγκαιότερο για την ζωή ενός κληρικού. Διότι είναι ποιμένας λογικών προβάτων και αν απουσιάζει από αυτόν η ζωή της προσευχής, δεν θα μπορέσει να μεταδώσει αυτή τη ζωή ούτε σε εκείνους που τον πλησιάζουν. Αυτό μαζί με την πίστη αποτελεί την βάση της πνευματικής μας ζωής. Η θέληση δηλαδή να δούμε ποίοι  πραγματικά είμαστε μέσα μας και ποια είναι η σχέση μας με τον Θεό και τον πλησίον. Αυτό απαιτεί πνευματική ανδρεία και είναι έργο κοπιαστικό μιας ολόκληρης ζωής για την αποκατάστασή μας σ’ αυτό για το οποίο μας δημιούργησε ο Θεός.

          Την αλλοτρίωση μας αυτή και την διάχυση αλλά και την ταυτόχρονη παρουσία του Θεού και Πατέρα την περιγράφει πολύ γλαφυρά ο Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης λέγοντας: “Ένας βασιλεύς, φαντασθείτε, κάθεται στον βασιλικό του θρόνο φορώντας την βασιλική αλουργίδα και το στέμμα. Πιο χαμηλά κάθονται οι αυλικοί του με του οποίους συσκέπτεται. Το θέμα τους είναι πολύ σπουδαίο. Τα πρόσωπά τους πολύ σοβαρά. Βλέπεις τον βασιλέα, τον θαυμάζεις αλλά και τον φοβάσαι. Σε κάποια όμως κρίσιμη στιγμή της συζητήσεως ο βασιλεύς σηκώνεται, διότι βλέπει να μπαίνει στην αίθουσα των συνεδριάσεων το μικρό του παιδί, το οποίο, καθώς προχωρεί, πέφτει, χτυπάει και βάζει τα κλάματα. Ο βασιλεύς, αυτός που φορούσε την βασιλική αλουργίδα, που είχε το στέμμα στο κεφάλι, που τον έβλεπες, τον φοβόσουν και σου ενέπνεε σεβασμό, γεμάτος αγωνία και στοργή κατεβαίνει τα σκαλοπάτια, τρέχει στο παιδί του, σκύβει επάνω του, το αρπάζει στην αγκαλιά του και το σφίγγει όσο μπορεί, για να μπορέσει κάπως να του απαλύνει τον πόνο. Καθώς το σφίγγει στην αγκαλιά του, εκείνο νοιώθει την στοργή του και παύει να κλαίει. Είναι μια όμορφη εικόνα του Θεού Πατρός, της αγάπης και του ενδιαφέροντος που έχει για τα παιδιά του”(Αρχιμ. Αιμιλιανού Κατηχήσεις και λόγοι 4).

          Η επαναφορά λοιπόν από την κατάσταση της πτώσεως, στο αρχαίο κάλλος, στην αγκάλη του Θεού και Πατρός, γίνεται με την τήρηση των ευαγγελικών εντολών. Ο χριστιανός και δει ο κληρικός,  οφείλει να μετρά τον εαυτό του καθημερινά για το πόσο πιστός τηρητής των ευαγγελικών εντολών είναι, μέσα από την εντολή της προσευχής.

          Η προσευχή είναι το κατ’ εξοχήν έργο του πνευματικού ανθρώπου, γράφει ο γέροντας Σωφρόνιος (Αρχιμ. Ζαχαρία Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου) στο οποίο αναφαίνεται η αλήθεια της “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν” Θεού δημιουργίας του. Στην προσευχή πραγματοποιείται η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό τόσο στενά ώστε ο άνθρωπος να αντικατοπτρίζει στην εν σώματι ζωή του τη θεία τελειότητα και να την αντανακλά μιμούμενος τη ζωή Του. Προσευχή σημαίνει στροφή του ανθρώπου προς τον Θεό, ανάταση του κτιστού για να δεχθεί την δωρεά του Ακτίστου. Φέροντας τη δημιουργική πνοή του Θεού και επικαλούμενος το όνομά του ο άνθρωπος ελκύει την επισκοπή του Θεού. Ο προσευχόμενος γίνεται ναός του Θεού. Ο Θεός στρέφει σ’ αυτόν διηνεκώς τους οφθαλμούς και την καρδιά Του και τον σφραγίζει με το όνομά Του. Η αμοιβαία αυτή στροφή του ανθρώπου προς τον Θεό και του Θεού προς τον άνθρωπο, δημιουργεί την προσωπική σχέση η κοινωνία μεταξύ τους. Η σχέση αυτή είναι βαθιά και ζωοποιός για τον άνθρωπο.

          Ο Γέροντας ορίζει την προσευχή ως ατελεύτητη δημιουργία, γιατί με αυτήν δίνεται στον άνθρωπο το προνόμιο να γίνει συνεργός θεού για την ολοκλήρωση του ως προσώπου. Δια μέσου της προσευχής η ενέργεια του αληθινού θεού εισδύει στον άνθρωπο και του παρέχει την δύναμη να αγωνισθεί για την εκπλήρωση του προορισμού του. Όσο εκτενέστερη είναι η παραμονή του στην προσευχή, τόσο μεγαλύτερη είναι και η αντίσταση του σε οτιδήποτε φθείρει ή παρεμποδίζει το ρεύμα της ενέργειάς της. Το έργο του αγώνα αυτού είναι γεμάτο σοφία και έμπνευση, κάλλος και μεγαλείο, είναι υψηλό και δημιουργικό. Στην καρδιά, που είναι ο “τόπος” όπου καλλιεργείται η κοινωνία του Θεού με τον άνθρωπο, αποκαλύπτεται, ενεργεί και προσεύχεται το Πνεύμα του Θεού.

          “Όπως η αμαρτία διαπράττεται στο βάθος της καρδιάς, έτσι και η μετάνοια επιτελείται στον πιο ενδόμυχο χώρο του πνεύματος του ανθρώπου. Η αμαρτία είναι διάρρηξη προσωπικής σχέσης και έγκλημα εναντίον της Πατρικής αγάπης. Η μετάνοια αποσκοπεί να φανερώσει την αμαρτία στο οντολογικό βάθος, ώστε να θεραπεύσει τον όλο άνθρωπο και να αποκαταστήσει αδιάκοπη την αναφορά της ζωής του στο οντολογικό επίπεδο της ζωής στη Βασιλεία του Θεού. Στην προοπτική αυτή η ουσία της αμαρτίας εμφανίζεται ως αυτοκτονία επί του μεταφυσικού επιπέδου και ως αιώνια έκπτωση από τον Θεό” (Αρχιμ. Ζαχαρία Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου).

          Στην ανάκληση του κτιστού κόσμου από την πτώση, που πραγματοποιείται με την προσευχή, κεντρική θέση έχει η μεταμόρφωση του ανθρωπίνου σώματος. Για να ¨μετασχηματιστεί” το εξουθενωμένο από την αμαρτία σώμα και να καταστεί “σύμμορφον το σώματι της δόξης του Κυρίου”, απαιτείται μακροχρόνιος αγώνας νηστείας και μετανοίας. Το σώμα προερχόμενο από την γη φέρεται προς τα κάτω και επιβαρύνει το πνεύμα με την φθαρτότητα και θνητότητά του. Το πνεύμα όμως του ανθρώπου στην προσευχή ορμά προς τον Θεό. Θέλει να μεταδώσει την ανοδική φορά του και στο σώμα, ώστε και αυτό να διψά τον Ζώντα Θεό.

          Όπως επισημαίνεται στην παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, η συναίσθηση της αμαρτωλότητας του Τελώνου υπήρξε η προϋπόθεση της αποδοχής της προσευχής του από το Θεό. Η μετάνοια λοιπόν είναι η δύναμη που ανυψώνει την προσευχή του ανθρώπου προς τον ουρανό, και η προσευχή της μετανοίας είναι εκείνη που αποδέχεται ο Θεός. Ο Αββάς Μωυσής σημειώνει: “Πρόσεχε να διατηρείς στην καρδιά σου βαθιά την συναίσθηση της αμαρτωλής σου καταστάσεως, για να γίνεται δεκτή η προσευχή σου. Όταν απασχολείς τον νου σου με τις δικές σου αμαρτίες δεν θα σου μένει καιρός να παρακολουθείς τα σφάλματα των άλλων”(Γεροντικό Ρηγόπουλου).

          Πρώτος απαραίτητος όρος για την προσευχή της μετανοίας είναι η πίστη στο Χριστό ως Θεό Σωτήρα και η τήρηση της διδαχής του. Δεύτερος όρος απαραίτητος για την προσευχή της μετανοίας είναι “η επίγνωσης ημών ως αμαρτωλών εν απωλεία”. Ο άνθρωπος αρχίζει με την εξομολόγηση της προσωπικής του αμαρτίας και την παρουσίαση στον Θεό των ποικίλων εμπαθών καταστάσεων που δεσμεύουν τον νου του, όταν διαλέγεται με τον Θεό. Η έντονη συναίσθηση της προσωπικής αμαρτίας και της αχρειότητας μεταφέρει τον άνθρωπο στο γενικό δράμα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ζώντας την τραγωδία της προσωπικής του πτώσεως, βιώνει την τραγωδία της πτώσεως όλων των απογόνων του Αδάμ σε κοσμικές και διαχρονικές διαστάσεις. Ομολογώντας στην προσευχή της μετανοίας του το παγκόσμιο αυτό γεγονός της πτώσεως, παίρνει τη μόνη αλάθητη για τον άνθρωπο στάση ενώπιον του Θεού. Έτσι γίνεται αληθινός και ελκύει προς τον εαυτό του το Πνεύμα της Αληθείας, το Οποίο αναμοχλεύει όλα τα κρυπτά και αμαρτωλά βάθη του ανθρώπου. Ζει εφεξής με ακραία ένταση την αντίσταση των αμαρτωλών παθών και θεωρεί τον εαυτό του “χείριστον πάντων” και άξιο το “εξωτέρου σκότους”.

          Στο έργο του “Είναι και Χρόνος” ο γερμανός στοχαστής Martin Heidegger ανακαλύπτει και αναλύει ότι το Είναι του ανθρώπου είναι η μέριμνα από την αρχή ως το τέλος της ζωής του για κάθε πράγμα που αφορά στην βιολογική του ζωή. Μέσα στον καθημερινό τρόπο διαβίωσης οι άνθρωποι ζουν κατά το πλείστο αναυθεντικά. Ξεχνούν τον επικείμενο θάνατό τους και αδιαφορούν για μια βαθύτερη γνωριμία με το εαυτό τους.

          Η διαπίστωση αυτή του γερμανού φιλοσόφου μας βοηθά να κατανοήσουμε βαθύτερα το έργο της προσευχής. Αφού η τέλεια ασκητική νήψη που επιτελείται με την προσευχή της μετανοίας ελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε έννοια του παρελθόντος και του μέλλοντος, από κάθε μέριμνα βιοτική και ψυχοφθόρα. Τον κυριεύει μόνο η μέριμνα, “να μη απολέσει ένα τοιούτον Θεόν, να παύσει να είναι ανάξιος Αυτού”. Έτσι αποκαθίσταται η αρμονική σχέση του με τον Θεό και η πρώτη θέση προσφέρεται στην αγάπη του Χριστού.

          Απ’ όσα έχουν λεχθεί βλέπουμε ότι η μεγάλη αξία της προσευχής έγκειται στην καλλιέργεια της ταπεινώσεως και της αγάπης που ενώνουν με τον Χριστό. Στο σημείο αυτό ο Γέροντας διατυπώνει τον εξής πνευματικό νόμο : “όσον πλείον ταπεινούθεθα εν τη οδυνηρά μετανεία, τοσούτον ταχύτερον η προσευχή ημών φτάνει εις τον Θεόν”.

          Έτσι λοιπόν η προσευχητική διαδικασία αποκαλύπτει στον άνθρωπο που την εξασκεί σωστά δύο πράγματα, δύο θεωρίες, από την μια την  δική του οικτρή κατάσταση και από την άλλη το έλεος του Θεού που δεν αφήνει τον άνθρωπο αβοήθητο. Η θεωρία αυτή είναι διπλή. Κατευθύνεται ταυτόχρονα προς δύο διαμετρικά αντίθετους πόλους και καλύπτει όλη την κλίμακα των πνευματικών καταστάσεων του χριστιανού. Στον κατώτερο πόλο συναντάται ο άδης ή το “σκότος το εξώτερον”, ενώ στον ανώτερο θεωρείται η “Βασιλεία του Θεού εληλυθυία εν δυνάμει”. Στον ανώτερο πόλο πνέει η αύρα της αγάπης για τον Θεό μέχρι  του αυτομίσους. Στον κατώτερο όζει η οσμή της φιλαυτίας και της εγωκεντρικότητας μέχρι του μίσους προς τον Θεό. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους “κινείται πάσα η πνευματική ζωή των λογικών όντων”. Και ο άνθρωπος όταν “εκ βαθέων” μετανοεί, γίνεται μύστης όλων των φαινομένων του πνευματικού κόσμου μεταξύ των δύο αυτών πόλων. Η γνώση του εκτείνεται από τα βάθη του άδη και φθάνει ως τα ύψη του ουρανού. Αποκαλύπτεται όλος ο έσω άνθρωπος και αποκτά αυτή την τόσο πολύτιμη γνώση που είναι απαραίτητη για να προσεγγίσει τον Θεό.

          Η εναλλασσόμενη αυτή θεωρία με τις δύο όψεις που περιγράψαμε παρωθεί τον άνθρωπο σε έσχατη ένταση μετανοίας. Η εν πνεύματι εμβάθυνση στο προαιώνιο σχέδιο του Σωτήρα Θεού για τη λογική Του κτίση διεγείρει στον άνθρωπο αφόρητη δίψα να υπερβεί τη στενότητα της φύσεώς του και να εισέλθει στην ανείκαστη άβυσσο ενός πνευματικού χώρου.

          Η πνευματική δύναμη της διπλής θεωρίας στηρίζει και εμπνέει τον άνθρωπο σε ατελεύτητη μετάνοια με οντολογικές και αδαμιαίες διαστάσεις. Ζει καταρχήν τον “άδη” της προσωπικής του μετανοίας, για να εκπληρώσει την πρώτη και μεγάλη εντολή της αγάπης προς τον Θεό. Κατά το μέτρο πάλι που στερεώνεται στη δεύτερη όψη της θεωρίας αυτής και αφομοιώνει την εικόνα και το πνεύμα του δεύτερου Αδάμ, ανακαλύπτει επίσης την οντολογική ενότητά του με όλο το γένος των βροτών. Κατανοεί την εις τέλος αγάπη του Χριστού για όλο τον κόσμο και διαπιστώνει πόσο ο ίδιος υστερεί στην εκπλήρωση της δεύτερης και ίσης με την πρώτη εντολής της αγάπης προς τον πλησίον προς όλους τους συνανθρώπους του. Όπως ο Χριστός προσέφερε την ζωή Του, έτσι και ο διάκονος του πνεύματός Του κατέρχεται στον άδη της ίδιας αγάπης, προσφέροντας την ατελεύτητη μετάνοιά του υπέρ όλου του Αδάμ. Το πλήρωμα της μετανοίας αυτής, εάν τούτο ήταν εφικτό πάνω στη γη θα σήμαινε, μαρτυρεί ο Γέροντας Σωφρόνιος την τέλεια γνώση “του Ενός εν τρισίν Υποστάσεσιν Θεού και την αθανασίαν ημών”.

          Η διπλή αυτή θεωρία είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήση τον άνθρωπο στην ανάνηψη από το μακραίωνα ύπνο της αμαρτίας. Τον τοποθετεί ανάμεσα στον “άδη” της αυτογνωσίας και την άβυσσο της θεογνωσίας. Προσφέρει σε αυτόν πλήρη γνώση με οριακές διαστάσεις στον κόσμο του πνεύματος και ορμή μετανοίας που τον “μεταφέρει σε απρόβλεπτες οριακές περιοχές, όπου δέχεται την πρόγευση της θείας παγκοσμιότητας”. Όταν διέλθει την οδό της μετανοίας αυτής μέχρι τέλους το πνεύμα του θα “γινώσκει τα του ανθρώπου”, ενώ με το πνεύμα που έλαβε θα “ερευνά και τα βάθη του Θεού”.

          Όταν λοιπόν αυτή η πνευματική διάσταση, απουσιάζει από την ζωή κυρίως ημών των κληρικών έστω και σαν προοπτική, αυτό που παρατηρείται είναι η ανάγκη δημιουργίας και ανάπτυξης υποκατάστατων , που μαρτυρούν την αλλοτρίωση και την διάχυση του νου. Για παράδειγμα θα αναφέρω την συνομιλία μεταξύ μας την ώρα των ακολουθιών, ακόμη δε και την ώρα της Θείας Ιερουργίας. Όταν δεν έχουμε μπει καν στη διαδικασία της προσευχής, και δεν έχουμε αναπτύξει εσωτερικούς δρόμους επαφής και επικοινωνίας, μας είναι δύσκολο ακόμη και αμήχανο να σταθούμε με σιωπή, με αποτέλεσμα να έρχεται ως υποκατάστατο η κουβέντα. Ο νους μας δεν ειρηνεύει, αντίθετα βρίσκεται συνεχώς σε μια εσωτερική διάσπαση και ταραχή. Έχει συμβεί πολλάκις την ώρα των ακολουθιών, να συζητούμε θέματα που αφορούν στα πάντα, από πολιτικά, κοινωνικά, θεολογικά, υπηρεσιακά και κάθε λογής θεματολογία που δεν συνάδει με την ιερότητα του χώρου και της στιγμής. Είμαστε ικανοί την ώρα αυτή να καταπιαστούμε με τα πάντα και τους πάντες, απαιτώντας ταυτόχρονα από τους πιστούς να σιωπούν. Και αν ποτέ τολμήσει κανείς να μας υπομνήσει το πού βρισκόμαστε γινόμαστε θηρία, κάνοντας μυρίους λογισμούς εναντίον αυτού που μας το επεσήμανε. Παρατηρείται δε και το φαινόμενο  όχι μόνο να κουβεντιάζουμε μεταξύ μας τη ώρα των μυστηρίων, αλλά και με τους πιστούς αν πρόκειται για το μυστήριο του γάμου ή της βάπτισης, με μια διάθεση χαριεντισμού και λανθάνουσας κοινωνικότητας. Έτσι, τηρώντας κοσμικές ευγένειες και τύπους ευτελίζουμε τα μυστήρια και την Παρακαταθήκη που λάβαμε και θα μας ζητηθεί.

          Άλλο ένα παράδειγμα που φανερώνει την έλλειψή μας στην προσευχή, είναι η διάθεση που έχουμε εναντίων των άλλων και πολλές φορές των αδελφών συλλειτουργών μας και η κατάκριση στην οποία επιδιδόμαστε μετά μεγάλης ευκολίας και μένους. Και ενώ μπροστά είμαστε γλυκείς και ευπροσήγοροι, γυρνώντας τις πλάτες γινόμαστε συκοφάντες και δωσίλογοι. Έλεγε ο μακαριστός γέροντας Παΐσιος : “Κάποτε στη σπηλιά του Αγίου Αθανασίου ήταν ένας Γέροντας με δυο υποτακτικούς. Ο ένας ήταν ιερομόναχος και ο άλλος διάκος. Μια μέρα λοιπόν πήγαν οι υποτακτικοί σε ένα εξωκκλήσι να λειτουργήσουν. Ο ιερεύς όμως φθονούσε πολύ τον διάκο και τον ζήλευε, επειδή ο διάκος ήταν ποιο έξυπνος και επιτήδειος σε όλα, αλλά και ο διάκος δεν βοηθούσε με τον εγωιστικό του τρόπο. Ο ιερεύς είχε προετοιμαστεί εξωτερικά, διαβάζοντας την Θεία μετάληψη και κάνοντας όλα τα σχετικά τυπικά. Δυστυχώς όμως δεν έκανε το κυριότερο, τη εσωτερική προετοιμασία, δηλαδή να εξομολογηθεί ταπεινά, για να διώξει τον φθόνο και την ζήλεια από την καρδιά του, τα οποία δεν φεύγουν με το να αλλάξουμε τα ρούχα μας και να λούσουμε το κεφάλι. ΄Έτσι λοιπόν με την εξωτερική προετοιμασία προχώρησε στο φοβερό θυσιαστήριο για να λειτουργήσει. Μόλις όμως άρχισε να προσκομίζει, τι συνέβει; Ακούστηκε ξαφνικά ένας μεγάλος κρότος και είδε να φεύγει το άγιο Δισκάριο από την Προσκομιδή και να εξαφανίζεται”(Γερ. Παΐσίου. Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο).

          Γεγονότα σαν αυτό υπάρχουν πολλά καταγεγραμμένα σε γεροντικά και βίους αγίων και δείχνουν την ευκολία και τη έλλειψη ουσιαστικής προετοιμασίας με την οποία προσεγγίζουμε τα Άγια των Αγίων εμείς οι κληρικοί, χωρίς αυτή την μακαρία επίγνωση του εαυτού μας που μας προσφέρεται από τον Θεό μέσα στην προσευχή. Απουσιάζει το στοιχείο της ενότητας, σύμφωνα και με την προσευχή του Χριστού προς τον Πατέρα, “ίνα ώσιν εν” στο οποίο μαρτυρείται η αυθεντικότητα της Εκκλησίας. Παρατηρούνται τάσεις αυτονομίας και αποκοπής από το Σώμα της Εκκλησίας, που φανερώνουν την αλαζονεία και την ανάδειξη του εαυτού μας και του έργου μας  και όχι την διάθεση των χαρισμάτων μας, στην υπηρεσία της Εκκλησίας, για την οικοδομή του Σώματος.  Αλλά, μήπως και η γενικότερη στάση με τα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντός μας, δεν δείχνει άνθρωπο, που δεν εμφορείται από το πνεύμα του Θεού; Αφού ούτε τις ίδιες τις οικογένειές μας, για παράδειγμα  (βιολογικές ή πνευματικές) δεν πείθουμε για το Πνεύμα του Θεού που υποτίθεται έχουμε μέσα μας.

          Απόρροια της ζωής χωρίς ουσιαστική αναφορά και επικοινωνία με τον Θεό αφού όλα διέπονται από την φθαρτότητα και την θνητότητα είναι και η προσχώρησή μας σε μια “περίεργη” πνευματικότητα. Δηλαδή σε μια πνευματικότητα, που κυρίαρχο πρόσωπο, παύει να είναι ο Χριστός και οι Θείες Του εντολές, αλλά ο εχθρός – διάβολος και η προσπάθειά μας να τον αποσοβήσουμε με ξόρκια και ευχές, που όχι μόνο αυξάνουν την δική μας τύφλωση, αλλά και όσων μας πλησιάζουν για βοήθεια.

          Οι διακυμάνσεις που παρατηρούνται, κατά την άσκηση της προσευχής, οφείλονται στην αστάθεια του ανθρωπίνου παράγοντα. Για το λόγο αυτό η προσευχή απαιτεί πάντοτε κόπο και ένταση. Ο άνθρωπος γίνεται βαθμηδόν ανδρειότερος και η επιμονή στο έργο της προσευχής δυναμώνει την ελπίδα του. Με την προσευχή αποκτά σταθερή ισορροπία στις αμφιταλαντεύσεις του. Έτσι με ενισχυμένες τις ψυχικές του δυνάμεις μπορεί να διατηρείται επί μακρότερο χρονικό διάστημα στην παράσταση ενώπιον του Θεού. Η συνεχείς αυτή παράσταση, συνοδευόμενη από τον πόνο της μετανοίας και την ταπείνωση της πνευματικής πτωχείας, καθαίρει το νου και την καρδιά από κάθε αλλότριο στοιχείο.

          Η προσευχή στριμώχνει τον άνθρωπο να δει στον εσωτερικό του κόσμο. Αυτό μας δυσκολεύει και έτσι προτιμούμε να καταναλώνουμε την νοερή μας ενέργεια στην αναζήτηση τρόπων που θα καλύψουν αλλιώς το κενό. Αναδεικνυόμαστε οι ίδιοι πνευματιστές θρησκειών ανατολίτικου τύπου, κατευθύνοντας ουσιαστικά τον εαυτό μας αλλά και τους ανθρώπους στην απώλεια. Μας καταλαμβάνει μια μανική διάθεση να φανεί στους ανθρώπους η ευφυΐα και το έργο μας, προβάλλοντας σε κάθε ευκαιρία τις απόψεις και την ευστροφία μας. Η καρδιά ψύχεται με αποτέλεσμα να τελούμε τα ιερά μυστήρια χωρίς φόβο Θεού, με αναίδεια και ταραχή. Την ώρα των μυστηρίων θυμόμαστε ό,τι πληροφορία πήραμε ως αυτή τη στιγμή και θέλουμε να την αναλύσουμε. Είμαστε έτοιμοι να αρπαχτούμε και να παρατηρήσουμε τους επιτρόπους μας ενώ στην ουσία δεν είχαμε καμία φροντίδα να τους ενημερώσουμε από πριν για την συμπεριφορά τους στο ναό. Εξάρουν την φαντασία μας τα εντυπωσιακά πανηγύρια γεμάτα με τις άτακτες φωνές τόσο τις δικές μας όσο και των ιεροψαλτών, πολλαπλασιαζόμενες από τα ηχεία των ναών αφού και αυτό (η άτακτη φωνή) θεωρείται από πολλούς προσόν.

          Η επίδειξη δυνάμεως και ισχύος, ενώ πολλές φορές η δήθεν φιλακόλουθη διάθεσή μας δεν είναι τίποτα άλλο από επιβεβαίωση στα μάτια κάποιων “ευσεβών” ή τις περισσότερες φορές “διακήρυξη” της ορθοδοξίας μας στον ίδιο μας τον εαυτό. Η απομάκρυνση από την προσευχή και η αποσύνδεση του κοινωνικού έργου από αυτή, μας κάνει πολλές φορές  να  απολυτοποιούμε την ανάπτυξη του έργου αυτού. Είμαστε πρόθυμοι να ακούσουμε τα πάντα που αφορούν στις οικονομικές μας απολαβές, αλλά εντελώς απρόθυμοι να αδράξουμε λόγο πνευματικό. Σκληρούς και απερίτμητους στην καρδιά μας ονομάζει ο Κύριος, αφού είμαστε έτοιμοι να εκφωνήσουμε πύρινα κηρύγματα και διδαχές αγίων ανδρών αλλά ταυτόχρονα φθονούμε κάθε πρόοδο των αδελφών μας συλλειτουργών. Έτσι με ένα χαμόγελο και ένα χτύπημα στην πλάτη νομίζουμε ότι “ισοφαρίσαμε” με τον θρήνο που έπρεπε να έχουμε για την κατάστασή μας, αλλά μας πέφτει βαρύς. Όλα αυτά, είναι κινήσεις της καρδιάς, που η προσευχή μπορεί ακριβώς επειδή μας ενώνει με τον Θεό, να προλάβει και να θεραπεύσει. Να τις ανασύρη από το βάθος όπου κατοικούν, να τις αποκαλύψει και να τις μεταμορφώση.

          Η προσευχή όπως φαίνεται από τα προηγούμενα δεν αποτελεί φυσικό προσόν του πεπτωκότος ανθρώπου. Είναι καρπός συνδυασμού του αγώνα του για την εκπλήρωση της εντολής του Θεού με τη θεία δωρεά, που συγκαταβαίνει φιλάνθρωπα για να ανυψώσει το πλάσμα Του. Η χριστιανική προσευχή ως θεανθρώπινη πράξη έχει υπερφυσικό χαρακτήρα. Ο Αββάς Μακάριος ο μέγας έλεγε πως ευτυχέστερος είναι εκείνος που αξιώθηκε να δει τις αμαρτίες του και να κλάψει γι’ αυτές πάρα εκείνος που είδε αγγέλους.

          Αναφερόμενος, ο Γέροντας Σωφρόνιος στην διδασκαλία των πατέρων και ειδικότερα του Αγίου Σιλουανού, του διδασκάλου του, για ένα άλλο είδος προσευχής, την λειτουργική προσευχή, γράφει ότι “είναι όμοια με την προσευχή του Ιδίου του Χριστού στην Γεθσημανή. Η Λειτουργία στις αυθεντικές διαστάσεις της αναπαριστάνει όλη την οικονομία του Χριστού και αγκαλιάζει όλο το Είναι του Θεού και το είναι του ανθρώπου. Όπως η προσωπική προσευχή της μετανοίας του ανθρώπου, όταν αυξηθούν η ειρήνη και η αγάπη, γίνεται με τρόπο φυσιολογικό πηγή φλογερής προσευχής υπέρ όλου του κόσμου, έτσι και με την προσεκτική τέλεση της Λειτουργίας εισάγεται ο πιστός στην ίδια πραγματικότητα. Εμπνέεται από το Πνεύμα του Κυρίου να περιβάλλει με την ικεσία του όλον τον κόσμο. Με την λειτουργική προσευχή η ψυχή του ανθρώπου βυθίζεται στον ωκεανό των ανθρωπίνων παθημάτων… Στις τελειότερες εκδηλώσεις της η προσευχή είναι χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, διότι ο ίδιος ο Θεός προσεύχεται μέσα στον άνθρωπο. Έτσι ο πιστός και δει ο λειτουργός όταν είναι προσευχόμενος, όχι μόνο ειρηνεύει κατά τις εξωτερικές του κινήσεις αλλά αποκτά και μια άλλη διάσταση, να είναι ευχέτης υπέρ όλου του κόσμου. Η Λειτουργία είναι κατά την πνευματική της ουσία θυσία υπέρ των αμαρτιών όλου του κόσμου. Και ο άνθρωπος, εφόσον βρίσκεται συνεχώς αντιμέτωπος προς την ευπερίστατη αμαρτία, δεν παύει να επαναλαμβάνει την λειτουργική πράξη. Έτσι διακονεί τη σωτηρία του κόσμου και μετέχει στη βασιλική ιερωσύνη του Χριστού. Ο χριστιανός είναι φορέας του “βασιλείου ιερατεύματος” και όταν δεν φέρει ιερατικό αξίωμα. Η δύναμη και η ουσία της ιερωσύνης αυτής φανερώνεται με την προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, σύμφωνα με τον τύπο και το “υπόδειγμα” του  Ίδιου του Κυρίου (Αρχιμ. Ζαχαρία Αναφορά στη θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου). Είναι άλλο πράγμα να εύχεσαι για το λαό με τα λόγια των δεήσεων και των ευχών, που έχουν οι λειτουργικές φυλλάδες  και άλλο πράγμα αυτό, να έχει γεννηθεί ως καρπός του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά.

          Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, το θέμα της προσευχής είναι βαθύ και άπτεται όλου του φάσματος της εν Χριστώ ζωής. Εδώ θέλησα μόνο να επισημάνω κάποιες αλήθειες που με τον τρόπο της ζωής μας τείνουν να ξεχαστούν. Μιλήσαμε για την αποκάλυψη των παθών που συντελείται  με την προσευχή στο βάθος της καρδιάς του ανθρώπου, την διπλή θεωρία πού υφίσταται ο προσευχόμενος άνθρωπος, για τα κρύφια της καρδιάς όπου φωλιάζει η υποκρισία, η αυτάρκεια, η αλαζονεία, για τις στρεβλώσεις που έχουμε υποστεί από την έλλειψη ουσιαστικής κοινωνίας με τον Θεό και Πατέρα μας, για την προσευχή υπέρ όλου του κόσμου, αλλά και για την λειτουργική προσευχή. Είναι στο χέρι μας αν θα επιλέξουμε να μπούμε σ’ αυτή τη διαδικασία της αναμόχλευσης και του ανακαινισμού διαφυλάσσοντας την Ιερά Παρακαταθήκη που λάβαμε στην χειροτονία μας ή να χαθούμε σε δρόμους ευρείς μεν και χωρίς κόπους, αλλά σκοτεινούς και απαράκλητους από την χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Αρχιμ. Σιλουανός Πεπονάκης

Facebooktwitter

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://www.imtl.gr/?p=4663